Σε αντίθεση με πολλούς κλάδους που βουλιάζουν ή έχουν παγώσει τις επενδύσεις στην Ελλάδα, τα καλλυντικά προχωρούν σε εξαγορές, ενισχύουν τα κεφάλαιά τους, ενώ ακόμη και η παραγωγή και η κατανάλωση καλλυντικών έχουν αυξητικές τάσεις. Ειδικότερα, η συνολική αξία της αγοράς καλλυντικών (σε τιμές χονδρικής) αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια. Σημειώνεται ότι η αξία της συνολικής εγχώριας παραγωγής καλλυντικών, παρουσιάζει αύξηση τα τελευταία ένα-δύο έτη, συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια, όπου ο ετήσιος ρυθμός μείωσης ήταν υψηλότερος, γεγονός το οποίο αποδίδεται αφενός μεν στην αυξανόμενη «εμπιστοσύνη» των καταναλωτών στα ελληνικά προϊόντα, αφετέρου δε στην ενισχυμένη εξαγωγική δραστηριότητα.
Οι εταιρείες παραγωγής ή/και εισαγωγής καλλυντικών προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη μειωμένη ζήτηση και να «συγκρατήσουν» τις πωλήσεις τους αναπτύσσουν νέα προϊόντα με στόχο την κάλυψη εξειδικευμένων αναγκών των καταναλωτών, ενώ παράλληλα «ωθούνται» στην παροχή εκπτώσεων, προσφορών κ.ά. Με βάση τα αποτελέσματα της κλαδικής μελέτης, τα προϊόντα περιποίησης δέρματος αποτελούν διαχρονικά την κυριότερη κατηγορία καλλυντικών. Φυσικά, οι προκλήσεις για τον κλάδο παραμένουν: Η οικονομική ύφεση και η αβεβαιότητα επιμένουν όπως και η πτώση του διαθέσιμου εισοδήματος και της κατανάλωσης διαμορφώνοντας ένα δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον. Επιπρόσθετα, οι αυξήσεις των τιμών των πρώτων υλών συμπιέζουν τα περιθώρια κερδοφορίας, όπως άλλωστε και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός.