Έλεγα μόνο στη μικρή, θα σωθούμε, θα σωθούμε. Μας συνέλλεξαν οι βάρκες
Share
Πολλές είναι οι αναρτήσεις των ανθρώπων που πάλεψαν με τις φονικές πυρκαγιές και βγήκαν ζωντανοί, περιγράφοντας την συγκλονιστική εμπειρία τους.Ανάμεσα σε αυτές τις συγκλονιστικές μαρτυρίες που θα στοιχειώνουν για καιρό τους πληγέντες των πυρκαγιών, βρίσκεται και μία μητέρα
«Είχε καπνό πολύ και δε μπορούσες να καταλάβεις πως η φωτιά ήταν τόσο κοντά, ο καπνός έμπαινε στο σπίτι και φύγαμε όχι γιατί πιστεύαμε θα μας φτάσει η φωτιά, αλλά γιατί έβηχε το μωρό. Είπαμε θα πάμε προς την παραλία . Μέσα σε δέκα λεπτά, ώσπου να τη ντύσω και να βάλω δυο φρούτα στην τσάντα της , κόπηκε το ρεύμα.
Βγήκαμε στο δρόμο , στα σπίτια οι γείτονες έριχναν νερά με τα λάστιχα, άλλοι έτρεχαν , η Ντίνα απο απέναντι έψαχνε το γιο της. Έμπαιναν στα αυτοκίνητα και έβγαιναν πάλι γιατί οι δρόμοι ήταν κλειστοί και κατεβαίναμε όλοι προς την παραλία.
Πενήντα μέτρα παρακάτω μας έφτασε η φωτιά. Ουρλιαχτά , κουκουνάρια με φλόγες, να φωνάζει κόσμος το όνομα του παιδιού της Ντίνας, πηγαίναμε όπου πήγαιναν οι άλλοι, η μικρή έκλαιγε την κρατούσα αγκαλιά και της έλεγα θα σωθούμε , θα σωθούμε.
Μπροστά μας καμμένα, δίπλα φλόγες, η μάνα μου προχωρούσε μπροστά μου, σαν να θελε να μου ανοίξει το δρόμο. Ειδε κατι σαν κορμό, ήταν άνθρωπος. Καμένος άνθρωπος. Ενα κάρβουνο σε ανθρώπινο σχήμα, τον κάναμε στο πλάι για να μη περάσουμε από πάνω του. Φτάσαμε στην παραλία, νομίζαμε θα μείνουμε εκεί, καιγόταν η άμμος, χωρίς υπερβολή. Απο μια ταβέρνα που δεν είχε ακόμη καεί μπήκαμε στη θάλασσα. Περπατώντας στα νερά περάσαμε μέχρι το ξενοδοχείο που ηρθαν και μας πήραν οι βάρκες, δεν ξέρω ποιοι… Πεντακόσιοι; Μπορεί παραπάνω . Δεν άκουγα άλλο τις φωνές.
Έλεγα μόνο στη μικρή, θα σωθούμε, θα σωθούμε. Μας συνέλλεξαν οι βάρκες. Πρωτα τραυματίες και παιδιά είπαν. Φτάσαμε βουβοί στη Ραφήνα, δεν άλλαξα κουβέντα με άνθρωπο, δε μιλούσαν οι άνθρωποι.
Μόλις βγήκαμε μου πήραν το παιδί το τύλιξαν με κουβέρτα και μας είπαν θα πάμε στο νοσοκομείο, προληπτικά. Άγνωστοι μου έδειχναν φωτογραφίες στα κινητά, αν είχα δει κάποιον. Νόμιζα τους εχω δει όλους η κανέναν, δεν απαντούσα, τι να έλεγα.
Δεν έχω πια σπίτι, δεν έχω αυτοκίνητο, έχω μόνο τα ρούχα μου και το κινητό που κρατούσα με το στόμα στο νερό για να επικοινωνήσω . Αλλά δε με νοιάζει.
Εχω την κόρη μου και τη μάνα μου. Ζω.
Δε μπόρεσαν όλοι. Δεν αντέχεται
Δεν περνάει. Δεν ξεχνιέται.»
