Οι τιμές ήταν πάντα στα ύψη
Share
Οι παθογένειες της ελληνικής αγοράς επιβαρύνουν σε μεγάλο ποσοστό τις τσέπες των καταναλωτών. Γεγονός που εντάθηκε φυσικά μετά τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, σχετικά με την ενέργεια αλλά και σε άλλα προϊόντα όπως τα σιτηρά. Παρ’όλα αυτά η Ελλάδα ποτέ δεν πουλούσε σύμφωνα με την αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της.
Το 2012, όταν το ΑΕΠ είχε μειωθεί κατα 7,1% σε ετήσια βάση και η χώρα βρισκόταν σε βαθιά ύφεση, η μέση τιμή για ένα λίτρο φρέσκου γάλακτος έκανε 1,28 ευρώ και ήταν η δεύτερη υψηλότερη τιμή μέσα στην Ε.Ε. Την ίδια χρονιά βέβαια για ένα κιλό ρύζι, ο κόσμος έδινε 2,98 ευρώ, που ήταν η τρίτη πιο υψηλή τιμή. Προφανώς από τότε υπήρχε μεγάλο θέμα στις τιμές, τα τελευταία χρόνια όμως το κακό έχει μεγαλώσει.
Το 2021 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 65% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στην προτελευταία θέση με τελευταία τη Βουλγαρία. Οι τιμές των τροφίμων, ωστόσο, την ίδια χρονιά ήταν 4,8% υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από τις εισαγωγές σε πρώτες και δεύτερες ύλες, το μικρό μέγεθος της αγοράς, το οποίο δεν προσφέρεται για ανταγωνισμό στις τιμές κυρίως από τους προμηθευτές, Ελληνες και κυρίως ξένους, τα αρκετά «θολά» σημεία στις σχέσεις λιανεμπόρων και προμηθευτών που εξακολουθούν να υπάρχουν, αποτελούν τις κύριες αιτίες για το διαχρονικό φαινόμενο της ακρίβειας στη χώρα μας.
Σε ό,τι αφορά το θέμα της εξάρτησης από βασικές πρώτες ύλες, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ψωμιού και σειράς τροφίμων με βασική πρώτη ύλη το αλεύρι. Το ψωμί παράγεται από αλεύρι που κυρίως προέρχεται από μαλακό σιτάρι. Η Ελλάδα από την εγχώρια παραγωγή καλύπτει μόνο το 10% των αναγκών της σε μαλακό σιτάρι και όλο το υπόλοιπο το εισάγει. Μέχρι την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, μάλιστα, το 30% των αναγκών της καλυπτόταν από εισαγωγές που γίνονταν από τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τον Οκτώβριο η τιμή του ψωμιού στην Ελλάδα είχε αυξηθεί σε ετήσια βάση κατά 19,4% έναντι αύξησης στην Ευρωζώνη 16,2%. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι φέτος, με βάση τα στοιχεία εννεαμήνου, καταγράφεται έλλειμμα στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων ύψους 547,07 εκατ. ευρώ έναντι πλεονάσματος 295,74 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2021.
Ακόμη και κατά τη 10ετή κρίση χρέους, με την εσωτερική υποτίμηση να αφορά τους μισθούς και όχι τις τιμές, οι τιμές τροφίμων ήταν υψηλές με βάση την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων. Σύμφωνα και με όσα περιλαμβάνονται στη μεγάλη κλαδική έρευνα που πραγματοποίησε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, υπάρχουν εμπόδια εισόδου στο λιανεμπόριο όπως το υψηλό κόστος των τελών εισόδου στο ράφι (entry fees), ενώ δεν λείπουν και περιπτώσεις που ζητούνται εκπτώσεις από τους προμηθευτές προκειμένου η αλυσίδα να τους παραχωρήσει καλή θέση στο ράφι.
Στην χώρα μας ο πληθορισμός είναι στα ύψη και κάθε χρόνο ανεβάζει τις τιμές των προϊόντων, τιμές που μόνο ανεβαίνουν και φυσικά δεν ξανά κατεβαίνουν. Φέτος οι αλυσίδες του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων βρίσκονται αντιμέτωπες με μια εντελώς διαφορετική κατάσταση από αυτή που επικρατούσε με τον covid-19 τα προηγούμενα χρόνια, ασκεί πιέσεις σε δύο επίπεδα: η αύξηση του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει σημαντικά και το δικό τους κόστος λειτουργίας, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους, ενώ η εκτόξευση των τιμών στα ύψη προκαλεί υποχώρηση της κατανάλωσης.
Ενδεικτικό των αλλαγών στρατηγικής που επιφέρει η νέα κρίση, η πληθωριστική, είναι η επικέντρωση της ΑΒ Βασιλόπουλος στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Πέρα από το «καλάθι του νοικοκυριού», η αλυσίδα «τρέχει» πρόγραμμα προσφορών με τον διακριτικό τίτλο «κάθε μέρα χαμηλή τιμή», στο οποίο για την ώρα συμμετέχουν 850 κωδικοί με στόχο να φθάσουν τους 1.200.
Σημαντική επένδυση στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας έχει κάνει και η «Σκλαβενίτης» με 24 διαφορετικές επωνυμίες, αναλόγως της κατηγορίας (π.χ. Μαράτα, Bonora, Buenas, Arion για τρόφιμα, Drolio για απορρυπαντικά), ενώ οι πωλήσεις των προϊόντων αυτών αντιστοιχούν περίπου στο 20% του συνολικού της τζίρου.
Τέλος, το γεγονός, άλλωστε, ότι η Lidl Hellas πιθανόν να έχει καταλάβει τη δεύτερη θέση από πλευράς μεριδίων αγοράς, έχοντας στην παρούσα φάση το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του μοναδικού στην πραγματικότητα «hard discounter» στην ελληνική αγορά, κινητοποιεί τις υπόλοιπες αλυσίδες να προσαρμόσουν αναλόγως την πολιτική τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι εκτός από τις 11 αλυσίδες που βάσει τζίρου υποχρεούνταν να συμμετέχουν στο «καλάθι», έχουν ενταχθεί στη δράση εθελοντικά και άλλες 5. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, τέσσερις στους 10 καταναλωτές αγόρασαν προϊόντα από το «καλάθι του νοικοκυριού», ενώ ένας στους επτά επισκέφθηκε διαφορετικό σούπερ μάρκετ από αυτό που συνήθιζε, λόγω του «καλαθιού».
